Print this page
Ήμασταν κάποτε στρατιώτες... (Μέρος Τρίτο)

Ήμασταν κάποτε στρατιώτες... (Μέρος Τρίτο)

“Si cecidero, resurgam”

« ..χαμένα πάνε εντελώς, τα λόγια των δακρύων. Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει. Έχει μεγάλη πείρα ο χαμός».

Μέρος τρίτο

Ο βρυχηθμός του τρένου που πλησίαζε διστακτικά στην αποβάθρα, έδωσε τέλος σε μια ολιγόλεπτη αναμονή, που μου φάνηκε σαν αιώνας. Τα φρένα του συρμού έβγαζαν σπίθες, και μια οσμή από καμένο λάστιχο και πυρωμένο ατσάλι, έδιναν την εντύπωση ότι ο οδηγός πάσχιζε να κάνει καλά το -φορτωμένο από κόσμο- σιδερένιο  «θηρίο». Από μακριά, ξεπρόβαλε το επιβλητικό στάδιο, ντυμένο και στολισμένο για την ποδοσφαιρική γιορτή.

Η πρωτεύουσα βρισκόταν σε αναβρασμό. Το μεγάλο ντέρμπι, μονοπωλούσε τα αθλητικά δρώμενα της χώρας. Η δεκαετία του 80’ είχε πολλή μεγάλη διαφορά από την τωρινή. Τη διέκρινε μια γραφικότητα, η οποία λείπει στις μέρες μας. Πείτε με νοσταλγικό, ρομαντικό αφελή ή ακόμα και υπερβολικό αλλά η ουσία είναι ότι εκείνα τα χρόνια, ο χρόνος κυλούσε με άλλους ρυθμούς. Η περιρρέουσα  ατμόσφαιρα πριν από το ματς, είχε δυναμιτιστεί από τις εκατέρωθεν δηλώσεις και αντεγκλήσεις των πρωταγωνιστών. Οι λεζάντες των αθλητικών εφημερίδων με τους βαρύγδουπους τίτλους, έβαζαν φωτιά, στο ήδη φορτισμένο κλίμα. Στις πλατείες, στα καφενεία, στη δουλειά ή ακόμα και στις σχολικές αίθουσες,  οι πάντες ζούσαν και ανέπνεαν για τον αγώνα της Κυριακής.

Οι «Λέοντες» του Πόρτο- Δρακόνε υποδέχονταν τους «Τρελούς Δαίμονες» της Βιθυνίας . Τους δύο συλλόγους χώριζαν πάρα πολλά. Όχι μόνο σε ποδοσφαιρικό επίπεδο αλλά και σε κοινωνικό-πολιτικό. Οι μεν «Λέοντες» εκπροσωπούσαν τα λαϊκά στρώματα, τους πρόσφυγες, τους φτωχούς και αγράμματους  που ιδροκοπούσαν μέρα-νύχτα για ένα πικρό μεροκάματο αγκαλιά με το θάνατο. Τους απόκληρους και τους παρίες μιας κοινωνίας που τους απέρριπτε και την απέρριπταν με κάθε πιθανό τρόπο. Τους επαναστάτες, που έπαιξαν και έχασαν  και που αδημονούσαν να πάρουν τη ρεβάνς εντός του γηπέδου και όχι μόνο… Οι δε «Δαίμονες» αντιπροσώπευαν την αστική τάξη. Τους καθωσπρέπει, τους μορφωμένους και τους συντηρητικούς. Τους πλούσιους και τους εξευγενισμένους που θεωρούσαν ύβρη για το άθλημα  την ύπαρξη και μόνο της αντιπάλου ομάδας. Όλα αυτά στη θεωρία τουλάχιστον, γιατί στην πράξη δεν ίσχυε τίποτα απ’ όλα αυτά. Είχαν χαθεί μπροστά στην αδυσώπητη πάροδο του χρόνου, η οποία είχε εκφυλίσει ιδέες και ιδανικά.

Διασχίζοντας το σκοτεινό τούνελ, το οποίο χώριζε το γήπεδο από το σταθμό, αισθάνθηκα την καρδιά μου να χτυπά δυνατά.. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου, και μια πρωτόγνωρη έξαψη με κατέκλυσε, νιώθοντας  σαν άλλος μονομάχος μπροστά στη θέα της αχανούς αρένας που ορθωνόταν,  έτοιμος να παλέψει για τη ζωή του. Ο πατέρας μου εξακολουθούσε να με κρατά σφιχτά από το χέρι, καθώς κατευθυνόμασταν προς τα εκδοτήρια. Παντού πολύχρωμα κασκόλ, δεμένα στο χέρι, στο μέτωπο, στο λαιμό. « Κανά περίσσιο παιδιά; Υπάρχει κανένα.. περισσευούμενο εισιτήριο ρε μάγκες;», φώναζαν κάτι τύποι που είχαν σταθεί άτυχοι ή απλά δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να προμηθευτούν το μαγικό χαρτάκι.  Προσπερνώντας τους διάφορους  μικροπωλητές και τις καντίνες με τα «βρώμικα», φτάσαμε επιτέλους στη θύρα μας. « Νικήτα, υποσχέσου μου ότι  δε θα αφήσεις ποτέ και σε καμία περίπτωση το χέρι μου, εκτός και αν στο πω εγώ. Ότι δεις και ακούσεις σήμερα θα μείνει εδώ μεταξύ μας, είμαστε σύμφωνοι;».  Έγνεψα καταφατικά , την ώρα που ψάχναμε τις θέσεις μας.

Γυρνώντας το κεφάλι μου περιμετρικά του γηπέδου, αντίκρυσα μια λαοθάλασσα ντυμένη σε δίχρωμο φόντο. Τα τύμπανα και οι τρομπέτες έδιναν το ρυθμό στα συνθήματα. Εκατοντάδες πανό, κρεμασμένα ολόγυρα του γηπέδου, που φανέρωναν συνήθως τ’ όνομα του συνδέσμου και την περιοχή από όπου προέρχονταν.  Στο απέναντι πέταλο, στριμωγμένοι σαν τα σταφύλια, γύρω στις δύο χιλιάδες «ηρωικοί» οπαδοί των αντιπάλων. Χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους, ωστόσο ήταν απελπιστικά λίγοι που «πνίγονταν» μέσα στο χαλασμό των γηπεδούχων. Κάποιοι περίεργοι πλανόδιοι περιφέρονταν ανάμεσα στο πλήθος, ντυμένοι με λευκές ποδιές κρατώντας με δυσκολία,  κάτι παράξενους ξύλινους δίσκους, φορτωμένους με διάφορες λιχουδιές. Κάθε τόσο, προσπαθούσαν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των θεατών, φωνάζοντας δυνατά και με πομπώδες ύφος: « Φιστίκι, πασατέμπο, λιόσπορο παιδιά!!. Σάμαλι, κοκ, και Κοκα – Κολα!! Έλα να πάρεις!!» Από τις διπλανές παρέες, ακούγαμε την ανάλυση του παιχνιδιού, από τους λεγόμενους «προπονητές της εξέδρας». Πώς πρέπει να στήσει την ομάδα στο τερέν ο τεχνικός, ποιους παίκτες και σε ποιες θέσεις, σε ποιες αλλαγές πρέπει να προχωρήσει, ανάλογα με τη διακύμανση του σκορ. Μέχρι και την έναρξη του αγώνα, είχαμε μάθει όλα τα Κους – Κους των αποδυτηρίων, τα παρασκήνια, και γενικώς ότι είχε κυκλοφορήσει στην πιάτσα, την προηγούμενη εβδομάδα.

Τα μεγάφωνα του σταδίου μετέδιδαν διαφόρων ειδών διαφημίσεις και ανακοινώσεις, ανάλογα με την περίσταση και την σπουδαιότητα. «Τζάμια ο Ζώης, πληροφορίες στο 6515864, λάστιχα ο Μίμης, Αγαθοκλέους 66. Παρακαλείται ο μικρός Γιαννάκης να προσέλθει στη θύρα 1, τον ψάχνει η μητέρα του» ή « παρακαλείται ο κ. Γεωργίου να επικοινωνήσει με το σπίτι του, διότι γεννάει η γυναίκα του». Όπως αντιλαμβάνεστε το γέλιο που έπεφτε ήταν απερίγραπτο. Τη γλαφυρότητα της στιγμής ήρθε να διακόψει η ανάγνωση των ενδεκάδων των δύο αντιπάλων.   «Η ομάδα μας, θα κατέλθει με τους…» Ο…άτυπος παρουσιαστής εκφωνούσε με στόμφο, αργά και βασανιστικά τα ονόματα των παικτών του βασικού σχήματος, ούτως ώστε οι φίλαθλοι να ζητωκραυγάσουν «ΟΛΕ!» στο άκουσμα του καθενός. Εκείνοι, ανταπέδιδαν υψώνοντας τα χέρια ψηλά, χαιρετώντας περήφανα το πλήθος.  Από τις κερκίδες, εκτοξεύονταν ρολά ταμειακής μηχανής, κροτίδες, βαρελότα και φωτοβολίδες που διέσχιζαν σφυρίζοντας τον ουρανό, καταλήγοντας είτε στο τερέν είτε στο κεφάλι κάποιου άτυχου αντιπάλου φιλάθλου. «Ποιοι είναι αυτοί πατέρα;»  ρώτησα διστακτικά με τη παιδική αφέλεια και άγνοια που με διέκρινε εκείνα τα χρόνια, αναφερόμενος στους παίκτες της ομάδας μας. «Δεν έχει απολύτως καμία σημασία, Νικήτα. Είναι όλοι τους περαστικοί. Αυτό που έχει σημασία, είναι το έμβλημα στο στήθος τους, τα χρώματα στη φανέλα τους. Αυτό μόνο μετράει. Γι’ αυτά ζητωκραυγάζουμε, γι’ αυτά αγωνιζόμαστε. Μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό». Θα περνούσαν αρκετά χρόνια για να μπορέσω να καταλάβω τι ακριβώς ήθελε να πει ο…ποιητής και η αποκάλυψη –πιστέψτε με- ήταν συγκλονιστική.

Ο αγώνας κυλούσε με μια αβεβαιότητα ως προς την έκβαση. Οι φάσεις διαδέχονταν η μία την άλλη και για τους δύο συλλόγους. Ώσπου στο δεύτερο ημίχρονο, συνέβη το πρωτόγνωρο για τα μέχρι τότε δεδομένα μου. ΓΚΟΛ!!! Το στάδιο σείστηκε από την εκκωφαντική κραυγή, χιλιάδων ανθρώπων. Έμοιαζε με το ξέσπασμα μιας καταιγίδας, ενός βροντερού κεραυνού, σταλμένου λες, από το χέρι του ίδιου του Δία. Γίναμε όλοι ένα κουβάρι..  Μικροί και μεγάλοι πιαστήκαμε αγκαλιά, πανηγυρίζοντας το μεγάλο γεγονός. Στο απέναντι πέταλο του γηπέδου, το απόλυτο κοντράστ συναισθημάτων. Στεναχώρια και βουβαμάρα. Έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Έτσι είναι ο αθλητισμός.  Η αναμέτρηση έληξε με νίκη της ομάδας μας. Ήταν μια νίκη δύσκολη, αλλά μεγαλειώδης. Ο αντίπαλος, φάνηκε αντάξιος του ονόματος και της αξίας του. Εξάλλου, η αξία του νικημένου, δίνει πάντοτε δόξα στο νικητή. Αυτό μου έμαθε ο πατέρας μου. Αυτή ήταν η αρχή που πρέσβευε τα ιδανικά μας, τα πιστεύω μας σαν οικογένεια.

Τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης, είναι λίγο-πολύ γνωστά σε όσους έχουν πάει έστω και μια φορά στο γήπεδο, και τα κρατάω για τον εαυτό μου. Σίγουρα, το λεξιλόγιο μου εμπλουτίστηκε από διαφόρων ειδών βωμολοχίες  που έδιναν και έπαιρναν και από τις δυο πλευρές, τα περισσότερα από τα οποία ήταν το λιγότερα υποτιμητικά για τις μανάδες μας και τις αδελφές μας. Ποτέ δεν κατάλαβα το λόγο για όλη αυτήν την αντιπαράθεση. Την έβρισκα ανούσια και άσκοπη. Αλλά είπαμε, αυτά που γίνονται στο γήπεδο, μένουν στο για πάντα στο γήπεδο.

Αυτό όμως που μου κίνησε την περιέργεια, ήταν μια συγκεκριμένη ομάδα φιλάθλων. Έδειχναν εντελώς διαφορετικοί από τους υπόλοιπους. Εντελώς αποκομμένοι από την κύρια μάζα, δε σταμάτησαν λεπτό να φωνάζουν υπέρ της ομάδας μας, Στέκονταν όρθιοι καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού, χορεύοντας και αναπηδώντας, φωνάζοντας συνθήματα, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο κουράγιο και δύναμη στους παίκτες μας. Θεωρούνταν σκληροπυρηνικοί, μέλη μιας «κάστας» οπαδών, στην οποία είχαν δικαίωμα ένταξης μόνο οι απόλυτα αφοσιωμένοι και αποδεδειγμένα φανατικοί. Εκείνοι δηλαδή,  που ακολουθούσαν το σύλλογο στα περισσότερα παιχνίδια είτε εντός είτε εκτός έδρας. Εκείνοι που ήταν διατεθειμένοι να φωνάξουν μέχρι τελικής πτώσης από το 1ο έως το 90ο λεπτό ακατάπαυστα, υπέρ της «αρρώστιας» τους. Θαύμασα την αντοχή τους, το πάθος τους, την «τρέλα» που έβγαζαν οι κινήσεις τους. Ήταν τότε που ένιωσα για πρώτη φορά μέσα μου σαν άλλος Οδυσσέας, το «κάλεσμα» των Σειρήνων σε εκείνον τον άγριο και παράξενο κόσμο της έντασης.  Μόνο που εγώ δυστυχώς, δεν ήμουν δεμένος στο κατάρτι..

Ήμασταν κάποτε στρατιώτες - Μέρος Πρώτο

Ήμασταν κάποτε στρατιώτες - Μέρος Δεύτερο

Διαβάστηκε 277 φορές
Τα cookie μας βοηθούν να σας παρέχουμε τις υπηρεσίες μας. Εφόσον χρησιμοποιείτε τις υπηρεσίες μας, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies από εμάς.